Κατάσταση διατήρησης

Το ταφικό κτίσμα είχε υποστεί σημαντικές και εκτεταμένες βλάβες. Οι έντονες παραμορφώσεις των δομικών στοιχείων(σύγκλιση τοίχων, μεταβολή καμπυλότητας καμαρών και υποχώρηση κλείδας καμάρας προθαλάμου κατά 43εκ. Oι εκτεταμένες ρηγματώσεις και η αποφλοίωση των λιθοπλίνθων, η κατάρρευση του τύμπανου του μεσότοιχου και της πρόσοψης, είχαν ως επακόλουθο την ουσιαστική υποβάθμιση της αντοχής του δομήματος και την αλλοίωση της στατικής του λειτουργίας. Μετά την ανασκαφή της δεκαετίας του ‘90 η κατάστασή διατήρησης του μνημείου επιδεινώθηκε, λόγω της ανεπαρκούς προστασίας του από τα καιρικά φαινόμενα, ενώ η απομάκρυνση των γαιών του τύμβου και η ταπείνωση του εδάφους μέχρι τη στάθμη της γένεσης των καμαρών σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες οδήγησαν την καμάρα του προθαλάμου σε κατάσταση ετοιμορροπίας. Οι βλάβες που υπέστη το μνημείο χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αυτές που οφείλονταν στα φορτία των γαιών του τύμβου, και συνέβησαν κατά την αρχαιότητα σε σχετικά βραχύ διάστημα μετά την επίχωση του κτίσματος, και σε εκείνες που προκλήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, μετά την εκ νέου ανασκαφή του μνημείου. Ειδικότερα η άμεση έκθεση των γαιών, πέριξ του τάφου, στις έντονες μεταβολές της υγρασίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη διογκώσιμων αργιλικών υλικών, είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή ενός εναλλασσόμενου περιοδικού πλευρικού καταναγκασμού ο οποίος συντέλεσε στην παραμόρφωση της καμάρας του προθαλάμου και του κτίσματος. Η αναστολή του φαινομένου αυτού επιτεύχθηκε με την τοποθέτηση στεγάστρων και με τη στεγανοποίηση και την αποστράγγιση του εδάφους γύρω από αυτά