Η αναστήλωση όψεων

Το 2008, στο πλαίσιο της μελέτης αποκατάστασης του μνημείου, έγινε η αποτίμηση της κατάστασης του τοίχου μεταξύ θαλάμου και προθαλάμου(μεσότοιχος).

Διαπιστώθηκε ότι ο τοίχος παρουσίαζε σημαντικές βλάβες και παραμορφώσεις που προκλήθηκαν, κατά την αρχαιότητα, εξαιτίας των φορτίων του τύμβου. Η θεμελίωση του είχε υποστεί μικρή καθίζηση, οι περισσότεροι λιθόπλινθοι είχαν ρηγματωθεί, ενώ λόγω της ισχυρής θλίψης ο τοίχος βραχύνθηκε. Ειδικότερα παρατηρήθηκε ότι το νότιο τμήμα του τοίχου και του προθαλάμου είχε βραχυνθεί περισσότερο από το βόρειο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει ανισοσταθμία μεταξύ τμημάτων του υπέρθυρου που διατηρούνται εκατέρωθεν του θυραίου ανοίγματος, και κατά συνέπεια μεταξύ των επιφανειών έδρασης των λιθοπλίνθων του δέκατου δόμου και ειδικότερα μεταξύ των σωζόμενων τμημάτων της δοκού. Η επέμβαση είχε ως στόχο την αποκατάσταση του κατεστραμμένου τμήματος του μεσότοιχου, στη σύγχρονη παραμορφωμένη μορφή του, με την επανένταξη του συνανήκοντος διάσπαρτου υλικού, το οποίο καταγράφηκε και ταυτίστηκε κατά την εκπόνηση της αναστηλωτικής μελέτης..Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκτηση του τυμπάνου, σύμφωνα με τον αρχαίο τρόπο δόμησης, ήταν η ανακατασκευή των κατεστραμμένων μαρμάρινων δομικών στοιχείων του θυραίου ανοίγματος, δηλαδή του νότιου ορθοστάτη και του υπέρθυρου, καθώς και της υπερκείμενης δοκού του δέκατου δόμου. Το κατεστραμμένο κεντρικό τμήμα του υπέρθυρου και ο διάκοσμός του ανακατασκευάστηκε στην παραμορφωμένη μορφή του με λευκό μάρμαρο, ιδίας προέλευσης με το αρχαίο, το οποίο συγκολλήθηκε κατά χώρα με τα σωζόμενα αυθεντικά τμήματα του. Ο απαραίτητος για τη στήριξη του υπέρθυρου, νότιος ορθοστάτης λόγω της ανισοσταθμίας των ακραίων τμημάτων του υπέρθυρου δεν αποκαταστάθηκε στο αρχικό του ύψος και στην άνω απόληξη αποτυπώθηκε μια τυπική μορφή θραύσης. Η αποκατάσταση των κατεστραμμένων δόμων του τυμπάνου έγινε με την επανατοποθέτηση των διάσπαρτων λιθοπλίνθων και τη συμπλήρωση των ελλειπουσών με νέες κατασκευασμένες από τεχνητό λίθο. Οι σωζόμενες κατά χώρα αρχαίες λιθόπλινθοι που παρουσίαζαν προβλήματα ενισχύθηκαν με συγκολλήσεις, συρραφές και ενέματα, ενώ τα κατεστραμμένα τμήμα τους συμπληρώθηκαν με τεχνητό λίθο.Παράλληλα λόγω των βλαβών που υπήρχαν και στο υποκείμενο του υπέρθυρου τμήμα του τοίχου, θεωρήθηκε απαραίτητη και η δομική ενίσχυση του τυμπάνου. Στόχος της επέμβασης ήταν τα φορτία του τυμπάνου να κατανεμηθούν, στις θέσεις  που ο τοίχος είχε επαρκή φέρουσα ικανότητα, δηλαδή στα άκρα του. Για τον σκοπό αυτό, οι νέες λιθόπλινθοι, οπλίστηκαν με ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα, ώστε το τύμπανο να αποκτήσει λειτουργία δίσκου. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ανακατανομή των φορτίων λόγω της συστολής ξήρανσης και του ερπυσμού των τεχνητών λίθων εφαρμόσθηκε η προπαραμόρφωση του φορέα, δηλαδή η ανακατασκευή του τυμπάνου με μικρή αρχική παραμόρφωση. Το υπέρθυρο και οι εκατέρωθεν αυτού λίθοπλινθοι ανυψώθηκαν κατά 1χιλ. και υποστυλώθηκαν μέχρι την ολοκλήρωση της ανακατασκευής των υπερκείμενων δόμων και την ανάπτυξη των αντοχών. Η αναστήλωση του τυμπάνου ολοκληρώθηκε σταδιακά, βάση ενός σχεδιασμού που έλαβε υπόψη τον ρυθμό ανάπτυξης αντοχών και τη συστολή ξήρανσης των τεχνητών λίθων.

Ο τοίχος της πρόσοψης κατά την αρχαιότητα, δέχθηκε ισχυρές εδαφικές ωθήσεις προς το εσωτερικό του προθαλάμου, ενώ η περίμετρός του παραμορφώθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, παρακολουθώντας την συνολική παραμόρφωση του κτίσματος. Το κεντρικό του τμήμα υποχώρησε και κατέρρευσε, ενώ, όπως τεκμηριώνεται από τις ανασκαφικές φωτογραφίες του 1910, μεμονωμένες λιθόπλινθοι από το άνω τμήμα του τοίχου και θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών, παρά τις συντριπτικές βλάβες που υπέστησαν, διασώθηκαν κατά χώρα. Κατά την ανασκαφή της δεκαετίας του ‘90 κάποιες από τις λιθοπλίνθους, που δεν είχαν ακόμη καταρρεύσει, απομακρύνθηκαν από τη θέση τους για λόγους προστασίας, ενώ άλλες παρέμειναν εγκιβωτισμένες ανάμεσα στους επιμήκεις τοίχους και στις γαίες του τύμβου. Η κατάσταση διατήρησης των σωζόμενων κατά χώραν αρχιτεκτονικών μελών και του πρώτου δόμου ήταν πολύ κακή. Συντριπτικές βλάβες και παραμορφώσεις παρουσίαζε και ο νότιος τεταρτοκιόνας που σωζόταν σε ύψος 2,00μ.σε αντίθεση με το σωζόμενο τμήμα του βόρειου, ύψους 2,80μ., το οποίο παρά τις εκτεταμένες βλάβες δεν παρουσίαζε σημαντική παραμόρφωση. Φθορές παρουσίαζαν και οι διάσπαρτες λιθόπλινθοι και τα αρχιτεκτονικά μέλη της πρόσοψης ενώ αρκετά καλή ήταν η κατάσταση διατήρησης των υπόλοιπων στοιχείων όπως του στυλοβάτη, του κατωφλίου, και των βάσεων των δύο ημικιόνων. Η επέμβαση είχε ως στόχο να αποκαταστήσει τη τρίτη διάσταση του προθάλαμου η οποία μετά την κατάρρευση της πρόσοψης είχε χαθεί και να καταστήσει αναγνώσιμη την εξωτερική ναόσχημη αρχιτεκτονική διαμόρφωση του κτίσματος με την επανένταξη των  ταυτισμένων διάσπαρτων αρχιτεκτονικών μελών και λιθοπλίνθων. Η έκταση της επέμβασης ήταν συνάρτηση της παραμένουσας στα άκρα του τοίχου παραμόρφωσης και εξαιτίας αυτού περιορίστηκε στην αποκατάσταση του κεντρικού τμήματος του τοίχου το οποίο δεν είχε απόκλιση από την κατακόρυφο. Αποκαταστάθηκαν οι δύο ημικίονες, το βόρειο τμήμα του τοίχου και το κεντρικό τμήμα του επιστυλίου ενώ η επανατοποθέτηση των σωζόμενων τμημάτων του και του αετώματος ήταν απαγορευτική. Οι δόμοι του νότιου τμήματος του τοίχου εξαιτίας της μεγάλης παραμόρφωσης που είχε υποστεί ο τεταρτοκιόνας αποκαταστάθηκαν μερικώς. Ο τοίχος κατασκευάστηκε, σύμφωνα με το αρχικό σύστημα δόμησης, με αρχαίες και με νέες λιθοπλίνθους από πωρόλιθο. Οι λιθόπλινθοι του δεν πλέκονται με τις κατά χώρα λιθοπλίνθους των τεταρτοκιόντων, καθώς εκτιμήθηκε ότι σε περίπτωση ισχυρής σεισμικής δράσης η σύνδεση αυτή θα ήταν επιζήμια για το μνημείο..

Για να αποτραπεί ο κίνδυνος ενδεχόμενης ανατροπής του τοίχου, ο οποίος είναι επιρρεπής σε λικνισμό, υλοποιήθηκε η πλευρική αντιστήριξή του διαμέσου μεταλλικής δοκού η οποία ενσωματώθηκε στις νέες λιθοπλίνθους του όγδοου δόμου. Η δοκός παρέχει, στην στέψη του τοίχου, πρόσθετη εγκάρσια στήριξη, και παράλληλα επιβάλει την ομοιόμορφη μετακίνηση της, ενώ συνδέεται και με τους υποκείμενους δόμους μέσω προεντεταμένων αγκυρίων, προκειμένου να ελεγχθεί ο λικνισμός και η ολίσθηση στους ανώτερους δόμους. Η στήριξή της έγινε εντός των εγκοπών που υπάρχουν στους πλευρικούς τοίχους του προθαλάμου, με τη χρήση ράβδων αγκύρωσης που πακτώθηκαν στις αποκαταστημένες λιθοπλίνθους της στέψης των πλευρικών τοίχων του προθαλάμου. Προκειμένου να αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη καταπόνηση των πλευρικών τοίχων,οι στηρίξεις δεν είναι ακλόνητες, αλλά περιλαμβάνουν έναν μηχανισμό απορρόφησης ενέργειας, σχεδιασμένο με ικανοτικά κριτήρια. Κάθε άκρο της δοκού αντιστηρίζεται στον τοίχο μέσω εφεδράνων κύλισης, που επιτρέπουν την ανεμπόδιστη εκτός επιπέδου μετακίνηση της όψης. Η κίνηση αυτή παρεμποδίζεται από χαλύβδινα ελάσματα στο εσωτερικό κάθε μηχανισμού, τα οποία σχεδιάστηκαν ώστε να παρέχουν την επιθυμητή ελαστοπλαστική συμπεριφορά, με το προκαθορισμένο φορτίο διαρροής. Η αποτελεσματικότητα του παραπάνω σχεδιασμού επιβεβαιώθηκε με την διεξαγωγή εργαστηριακών και επί τόπου δοκιμών.