Λαξευτός μονοθάλαμος καμαροσκεπής τάφος. Κάτοψη.
Λαξευτός μονοθάλαμος καμαροσκεπής τάφος. Τομές.

Λαξευτός μονοθάλαμος καμαροσκεπής τάφος

΄Αγνωστα στοιχεία που πιθανόν να σχετίζονται, σύμφωνα με την έρευνα, με ιστορικά γεγονότα που αφορούν στην ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης, αποκαλύφθηκαν  αναπάντεχα κατά τις εκσκαφικές εργασίες με ευκαιρία τη διαπλάτυνση της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης – Καβάλας τον Φεβρουάριο του 1986. Εντοπίσθηκε τάφος στο 8ο χιλιόμετρο στο Δερβένι, όταν κατέπεσε η οροφή του και βυθίστηκε ο τροχός του εκσκαφέα. Από την ανασκαφική έρευνα που ακολούθησε διαπιστώθηκαν δύο επεισόδια χρήσης του τάφου, που ανήκαν σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. 

Περιγραφή του τάφου:

Πρόκειται για ένα μονοθάλαμο λαξευτό τάφο, διαστάσεων 3,30 Χ 3,10μ, με ελλειψοειδή καμαροσκέπαστη οροφή και απλή ορθογώνια είσοδο χωρίς ιδιαίτερη διαμόρφωση, που ανοιγόταν στη νότια πλευρά του, προς την κατεύθυνση της εθνικής οδού. Στην είσοδο, οδηγούσε κλιμακωτά επικλινής λαξευμένος στο βραχώδες υπέδαφος δρόμος, διαστ. 8,50 Χ 1,70μ. Το άνοιγμα της εισόδου έφρασσαν στο κάτω μέρος μεγάλοι σχιστολιθικοί δόμοι, πάνω από τους οποίους υπήρχε επίχωση από φερτές ύλες και χώματα και τέλος έκλεινε με μικρές πέτρες τοποθετημένες με επιμέλεια.

Στο εσωτερικό του υπήρχαν τρεις κλίνες διατεταγμένες σε σχήμα Π, η ανατολική εκ των οποίων παρέμεινε ημιτελής. Η εναπόθεση των νεκρών στις κλίνες είχε πραγματοποιηθεί πάνω σε ξύλινα φορεία, γεγονός που τεκμηριώθηκε από την ύπαρξη αρκετών σιδερένιων καρφιών. Ο τάφος βρέθηκε συλημένος αποστερημένος από τα μετάλλινα και πιθανόν πολύτιμα κτερίσματά του, όπως συνάγεται από την ανεύρεση των πήλινων κτερισμάτων, που διασώθηκαν μεταξύ των οποίων ήταν δύο πήλινες γυναικείες κεφαλές ειδωλίων, δύο σκυφίδια, μία μελαμβαφής οινοχόη, δύο μυροδοχεία, με βάση τα οποία η πρώτη χρήση του τάφου τοποθετείται στον 3ο -2ο αιώνα π.Χ. Μετά τη σύληση, όπως έχει αποτυπωθεί στην εικόνα της εισόδου του, ο τάφος παρέμεινε ανοιχτός με αποτέλεσμα τη σταδιακή επιχωμάτωσή του με φερτές ύλες και πέτρες, που κάλυψε την υποκείμενη διαμόρφωση με τις τρεις κλίνες.

Ενδιαφέρουσα ήταν η αποκάλυψη της δεύτερης χρήσης του ταφικού μνημείου και η συσχέτισή της με την ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης. Πάνω από το στρώμα της επίχωσης σε άγνωστη χρονική στιγμή επισωρεύθηκαν ατάκτως σοροί -καταμετρήθηκαν 70 τουλάχιστον σκελετοί-, που έφεραν ευδιάκριτα ίχνη κακοποίησης στα οστά του σώματος και των κρανίων τους, όπως κτυπήματα από αιχμηρά όργανα τσεκούρια, τρύπες κ.λ.π. Οι νεκροί βρέθηκαν ακτέριστοι, γεγονός που συνηγορεί στη σκύλευση των σορών και επιτείνει τη βιαιότητα του θανάτου τους.

Το οστεολογικό υλικό μεταφέρθηκε για προκαταρκτική μελέτη από τον ανθρωπολόγο J.Musgrave στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ο οποίος είχε αναλάβει και τη μελέτη των οστών από τους τάφους της Βεργίνας. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του ανθρωπολόγου σε αδημοσίευτη εργασία του, προσδιορίσθηκε ο χρόνος του άγνωστου επεισοδίου μεταξύ του 6ου - 7ου αιώνα, εποχή που η Θεσσαλονίκη απειλήθηκε επανειλημμένα από στίφη επιδρομέων που επεδίωκαν τη λεηλασία της πόλης. Μεταξύ των επιδρομέων συγκαταλέγονται οι ΄Αβαροι και τα υποτελή τους φύλα, οι Σλάβοι, που καταμαρτυρούνται στα βιβλία των Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου που προωθήθηκαν στα νοτιότερα της Βαλκανικής από τα τέλη του 6ου αι. και τον 7ο αι. Η πρώτη αβαροσλαβική πολιορκία της Θεσσαλονίκης τοποθετείται το 586 ή το 597 στην εποχή του Επισκόπου Ευσεβίου (585-602) με πιθανότερη χρονολογία αυτήν του 597, κατά την οποία η Θεσσαλονίκη πολιορκήθηκε επί επτά συνεχείς ημέρες. Στη συνέχεια σημειώθηκε νέα Αβαροσλαβική επιδρομή το 604 που κατέληξε σε αποτυχία. Το 610 ξεκίνησαν και πάλι επιδρομές προς τα νότια και στα 617 ή 618 εφοδιασμένοι με πολιορκητικές μηχανές εμφανίσθηκαν και πάλι και διατήρησαν την πολιορκία επί 33 συνεχείς ημέρες. Για μια γενιά μέχρι τη σλαβική πολιορκία του 676-678, η Θεσσαλονίκη θα παραμείνει σε ειρήνη με τους γείτονές της. Παρότι είναι ελκυστική η σύνδεση των ανασκαφικών δεδομένων με ιστορικά γεγονότα παραμένει υποθετική η ερμηνευτική προσέγγιση για περαιτέρω εργαστηριακές διευκρινίσεις και έρευνα.

Τα ανασκαφικά δεδομένα και η ανασκαφική εικόνα δεν επιτρέπουν αμφιβολίες ότι το ταφικό μνημείο χρησιμοποιήθηκε ως ‘’πολυάνδριο’’ για την πρόχειρη ταφή των σορών μετά από βίαιο πολεμικό επεισόδιο, που προφανώς έλαβε χώρα στην ευρύτερη περιοχή των στενών του Δερβενίου. Η πιθανή ερμηνεία ότι πρόκειται για αντιπάλους ενισχύεται από την έλλειψη αξιοπρεπούς κήδευσης, από τη βιαιότητα του τρόπου θανάτωσης, από τον μεγάλο αριθμό και τη σκύλευση των σορών του πολυάνδριου.

                                                                                                                           Θώμη Σαββοπούλου

                                                                                                                                Αρχαιολόγος

                                                                                                                                   24-12-2015