Ταφικό μνημείο

Μετά την ανασκαφή της δεκαετίας του ‘90 η κατάστασή διατήρησης του μνημείου επιδεινώθηκε, λόγω της ανεπαρκούς προστασίας του από τα καιρικά φαινόμενα. Ειδικότερα η έκθεση των γαιών του τύμβου γύρω από τον τάφο, στις έντονες μεταβολές της υγρασίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη διογκώσιμων αργιλικών υλικών εντός αυτών, είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή ενός εναλλασσόμενου περιοδικού πλευρικού καταναγκασμού, που συντέλεσε στην παραμόρφωση του κτίσματος και της καμάρας του προθαλάμου η οποία κατέστη ετοιμόρροπη λόγω της απομάκρυνσης των χωμάτων του τύμβου και την ταπείνωση του εδάφους μέχρι τη στάθμη γένεσης της. Για την αναστολή του φαινομένου αυτού ήταν αναγκαία η προστασία των γαιών, που περιβάλλουν το κτίσμα, από τις καιρικές συνθήκες και η διατήρηση της υγρασίας του εδάφους σε σταθερά επίπεδα. Για την επίτευξη του στόχου αυτού αποφασίστηκε η κάλυψη του τάφου και του αρχαίου δρόμου με δύο ανεξάρτητα μεταλλικά στέγαστρα και η στεγανοποίηση του εδάφους γύρω από αυτά με τη διάστρωση υδατοστεγανής συνθετικής μεμβράνης καθώς και η αποστράγγιση των γαιών με την κατασκευή αποστραγγιστικού δικτύου. Η αρχιτεκτονική μορφή των στεγάστρων επιλέχθηκε σε συνδυασμό με το βαθμό ευπάθειας των υλικών κατασκευής και του διακόσμου του μνημείου. Κατά τον σχεδιασμό τους ελήφθησαν υπόψη διάφοροι παράγοντες όπως η εξασφάλιση κατάλληλων μικροκλιματικών συνθηκών για την προστασία του κτίσματος και του εσωτερικού διακόσμου του, το ανάγλυφο του εδάφους και ο χαρακτήρας του ευρύτερου περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσεται το μνημείο, η επιλογή του κατάλληλου στατικού φορέα, ώστε να μην προκληθούν φθορές στο μνημείο, η συλλογή και η απορροή των ομβρίων, η δυνατότητα μεταφοράς και απλής συναρμολόγησης των κατασκευών κ.α.

Τα στέγαστρα αναπτύσσονται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. και θεμελιώνονται επιφανειακά στην περίμετρό τους. Το πρώτο, που καλύπτει το κτίσμα, εδράζεται στο διαμορφωμένο, από την ανασκαφή της δεκαετίας του ‘90, οριζόντιο επίπεδο του τύμβου, με εξαίρεση το ανατολικό τμήμα του, που εδράζεται σε οπλισμένο επίχωμα το οποίο κατασκευάστηκε στην επιφάνεια του μη ανασκαμμένου εδάφους. Η λύση αυτή επιλέχθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η κατασκευή θεμελίου από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η κάτοψη του στεγάστρου αυτού προσαρμόσθηκε στη γεωμετρική μορφή των υφιστάμενων πρανών του τύμβου, ενώ η τραπεζοειδής τομή της ανωδομής του επιλέχθηκε, ως η πλέον αρμόζουσα, καθώς παραπέμπει στο περίγραμμα και στη στρωματογραφία του κατακόρυφου πρανούς του τύμβου. Το στέγαστρο, που καλύπτει τον δρόμο, αποτελείται από ένα οριζόντιο βατό τμήμα και από ένα κεκλιμένο που ακολουθεί την κλίση του πρανούς του τύμβου. Το κεκλιμένο τμήμα του στεγάστρου καλύφτηκε με χώμα και φυτεύτηκε σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές της μελέτης.